Μηχανές και μηχανάκια

- από την στήλη Μηχανολογίες του Σωκράτη Ζαμπέτογλου –περιοδικό ΜΟΤΟ-

Μετά το κείμενο για τα χιλιάρια, πήρα ένα mail από έναν πιτσιρικά που ονειρεύεται το πρώτο του 125άρι. Ευγενικός και χαριτωμένα αυθάδης, έξυπνος και γοητευτικά αφελής, συγκροτημένος και σαγηνευτικά σαστισμένος, όπως τα περισσότερα νέα παιδιά. Στο μεγάλο κείμενο που έγραψε υπήρχαν όλα τα όμορφα που έχει η νέα γενιά. Δυστυχώς, υπήρχαν και μερικά απ’ τα άσχημα. Όσο χάρηκα για τα καλά, άλλο τόσο στενοχωρήθηκα για τα κακά.





Παράδειγμα πρώτο. Δεν βλέπει την ώρα να τελειώνει με το 125άρι και να πάρει R1. Το 125άρι που δεν έχει ακόμη αγοράσει, γαμώτη μου. Το ξέρω ότι στην ζωή πρέπει να απαιτούμε – οι περισσότεροι μάλιστα ζητάνε πολλά για να πάρουν λίγα. Ε, τι στο διάολο είναι η ζωή; Διαπραγμάτευση για τις επιδοτήσεις του ελαιόλαδου στις Βρυξέλλες; Που βρίσκεται η χαρά μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα; Και τι πάει να πει τελικά, αυτή η λέξη; Χαρά είναι η Τρίτη κορυφή από την επόμενη; Και οι δύο πρώτες κορφές; Με αυτό τον τρόπο το πολυπόθητο 125άρι καταντάει σκέτη διεκπεραίωση και –ακόμη χειρότερο αυτό- δεν μαθαίνουμε πώς να αντλούμε χαρά. Ζούμε με απωθημένα και, χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, τα ανανεώνουμε διαρκώς.

Παράδειγμα δεύτερο. Επειδή δεν είναι καθόλου εύκολο να κρυφτείς όταν γράφεις, κατάλαβα ότι δεν ασχολείται με “γκομενίτσες” που δεν φέρνουν, λίγο έστω, σε μοντέλες. Να χέσω τα πρότυπα που μας φοράνε με το ζόρι και γίνεται η ζωή παπούτσι ένα νούμερο μικρότερο. Δεν μπορούμε να βάλουμε τους ανθρώπους σε καλούπια – μόνοι τους θα κάνουν αυτή την ηλίθια κίνηση. Αν καταλήξουμε να βάλουμε σε καλούπι την σκέψη μας, έχουμε ήδη βάλει το ένα μας πόδι στο καλούπι. Είναι απίστευτο αυτό που κάνουμε στα νέα παιδιά. Fast cars, hot women κι η κοπριά στα λάχανα.

Νομίζω ότι το έχω ξαναγράψει αυτό. Καινούργια μηχανή αγόρασα στα τριανταφεύγα. Και δεν ήταν καμιά “Παναγιά μου, ένα παιδί”. Μια ταπεινή ΧΤ ήταν. Με αφορμή το γράμμα του μικρού, καθόμουν και σκεφτόμουν τις μηχανές που πέρασαν απ’ τα χέρια μου. Απ’ το ’75 που αγόρασα την πρώτη, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και την ΧΤ. Αν εξαιρέσεις δύο, άντε τρεις, οι υπόλοιπες ήταν ελαφρώς αξιολύπητος. Ε, λοιπόν, αξιολύπητες ή όχι, όλες ήταν γεννήτριες χαράς. Ποτέ δεν παραπονέθηκα για την κακοτυχία μου, “να μην μπορώ κι εγώ να πάρω ένα GSX-R, βρ’ αδερφέ”. Είχα Lambretta; Ήμουν ευτυχής, αφού είχα τη δυνατότητα να έχω Lambretta. Είχα… Aermacchi; (ναι, είχα, δεν ήταν classic και μη γελάτε); Ήμουν ο καλύτερος του χωριού, αφού μπορούσα να έχω Aermacchi. Ο φθόνος είναι κατάρα. Τα απωθημένα είναι αργός θάνατος – τύφλα να ‘ χει η διάβρωση στα εδάφη που καίγονται στις καλοκαιρινές πυρκαγιές. Το μυστικό είναι να χαίρεσαι τη ζωή όπως μπορείς και όχι να κλαίγεσαι επειδή δεν είσαι ο γιος του κ. Παρταόλα. Άσε που δεν θα ήθελα να ήμουν ούτε ψύλλος στον κόρφο του Παρταόλα junior. Ξέρετε τι πρεσάρισμα τρώει; Είστε σίγουροι ότι μπορεί να χαρεί τη Mille Nera;







Γι’ αυτό σου λέω, παλικάρι μου. Πάρε το 125άρι σου και βάλε καλά στο μυαλό σου ότι, για εσένα, σήμερα, είναι μηχάνημα θεϊκό,. Αν το απορρίψεις, καταδικάζεις τον εαυτό σου στη δυστυχία και το όνειρο της R1 στο ξεφούσκωμα. Κανένα όνειρο μιας R1 δεν θα σε ταξιδέψει όσο ένα πραγματικό 125άρι. Βρες και μια φιλεναδίτσα κι ας μην μοιάζει στην Σκλεναρίκοβα. Πέτα τα όνειρα στα σκουπίδια, γυάλισε το 125άρι σου, βάλε πάνω το κορίτσι σου και ξεκίνα. Όλες οι παραλίες είναι δικές σου, όλα τα βουνά, όλα τα νησιά – ο κόσμος ολόκληρος. Αυτό είναι το όνειρο που μπορείς να ζήσεις, αυτό είναι το όνειρο που σου αξίζει και, πίστεψέ με, δεν υπάρχει όνειρο καλύτερο απ’ αυτό. Τα καλύτερα όνειρα είναι αυτά που ζούμε,. Οι καλύτερες μηχανές είναι αυτές που οδηγούμε.





Το φτωχό μου CBR, το εξακοσάρι, το κράτησα οχτώ ολόκληρα χρόνια. Με πήγε στην Ιρλανδία και στην Τουρκία, με πήγε στη Δανία και στην Ισπανία, έκανε και το γύρο της Ελλάδας καμιά δεκαριά φορές. Ποτέ δεν είπα “αμάν πια”. Ε, μια-δυο φορές, φορτωμένος και δικάβαλος, είπα "να‘χες και λίγη ροπή παραπάνω, καλή μου”. Αλλά, αμέσως μετά, τη χάιδεψα μετανοιωμένος. Αυτή μπορούσα να έχω, αυτή μου άξιζε. Δεν είχα απλώς ανάγκη να χαρώ, είχα χρέος. Ναι, χρέος. Όταν αρνείσαι τις επιλογές που μπορείς να κάνεις πραγματικότητα, τότε γίνεσαι αόρατος. Οι άνθρωποι υπάρχουν μέσα από την αλήθεια τους. Μέσα απ’ την αλήθεια των άλλων, υπάρχουν οι… άλλοι.

Στο κάτω-κάτω της γραφής, από πότε έγινε εχέγγυο της μοτοσικλετιστής ευτυχίας το χιλιάρι; Ικανοποιεί περισσότερο αισθήματα ιδιοκτησίας και λιγότερο ικανοποίησης από τη χρήση. Δεν ξέρω πολλούς που ξεζουμίζουν τα χιλιάρα τους. Οι περισσότεροι περιμένουμε να ξεκουνήσει η παρέα μας για να κάνουμε καμιά κυριακάτικη βόλτα. Έχουμε ελαφρυντικά, το ξέρω. Η δουλειά, η οικογένεια, οι κοινωνικές υποχρεώσεις –όλα καλά και άγια. Αλλά η αλήθεια είναι εκεί, πανύψηλη, θεόρατη, κι ας κάνουμε πως δεν τη βλέπουμε. Όταν θα πέσει και θα μας πλακώσει, θα καταλάβουμε πόσο ψηλή και βαριά ήταν.

Οι χιλιάρες είναι δυστυχισμένες μοτοσυκλέτες. Όσο δυστυχισμένες είναι κάποιες καθαρόαιμες χωματερές που σέρνονται από πλατεία σε πλατεία. Όσο δυστυχισμένες είναι κάτι μεγαλόκαρδες τουριστικές που είναι καταδικασμένες στο δρομολόγιο σπίτι – γραφείο. Όσο δυστυχισμένοι είμαστε κι εμείς, οι αναβάτες τους, που καταδικάσαμε τους εαυτούς μας να ζουν παγιδευμένοι στο όνειρο.Ο δρόμος περνάει κάτω απ’ την πόρτα μας κι εμείς βλέπουμε ταξιδιωτικές εκπομπές στην τηλεόραση.

Να, άκου, αυτή τη στιγμή περνάει ένα 125άρι μ’ έναν πιτσιρικά. Τάπα το πάει, ο τσόγλανος.